TO   13/HMEΡΟ   ΤΩΝ   ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ   ΣΤΑ   ΧΕΙΜΑΔΙΑ  [21]

0

Γράφει ο Νίκος   Μπακούρης

Και….κάτι   από   το  σήμερα:  Οι  επικοινωνιολόγοι   εισηγούνται   στους  διαμαρτυρόμενους  αγρότες   πως   μπροστά  στις  κάμερες   των  ΜΜΕ   επιβάλλεται   όπως   παρουσιάζονται   οι   πιο  αχαμνόοντες,  κοκκαλιάρηδες,  αδύνατοι   εξ   αυτών,   και  τότε   μόνο   θα   γίνουν   πιστευτοί   για   το   δίκαιο   των   διεκδικήσεών   τους.  Αντιθέτως,   αυτόί   αγνοούν   την   παραπάνω   εισήγηση   και   βάζουν   μπροστά   τους   πλέον   ευτραφείς,  τους   στρουμπουλούς.  Λάθος    μέγιστο.

……στο   προηγούμενο:   Ο  γερο – Χρίστος   στο  Βαλτετσιώτικο  σπίτι  τους,  καλεί  την  συμβία  του:                                                          – Πες,  ρε  γρια,  τότε  τα  Χριστούγεννα  του  38!

Σύμφωνα  με  την  αφήγηση  της  κυρα – Πηνελόπης, τη  χρονιά  αυτή  -τρεις   10/ετίες   πριν –  παραχειμάζουν   στη   Ναυπλία,  κάπου   στα  ΄Ιρια,  σε   ενοικιασμένο   στανοτόπι   με  τον  σύζυγο,  τη   στάνη  και   τα   πέντε   παιδιά   τους.  Κανένα  από  τα   πέντε   δεν  πηγαίνει,  δεν  τα   στέλνουν  στο  Σχολείο.

Επειδή   η   τσοπανοκαλύβα   τους   είναι   μακριά   από   πηγή   νερού   ή   υδραγωγείο,  είναι   αναγκασμένοι   μέρα   παρά   μέρα  να   κάνουν   το   δρομολόγιο   για  να   το   προμηθευτούν,   και   με   το   οποίο,  λιγοστό   και   αυτό,  θα   πιούν,  θα   μαγειρέψουν,  θα   πλυθούν,  ίσως   να   ποτίσουν   και   κάποια   ζώα.

Τα   άδεια   μπετόνια  είναι   φορτωμένα  ‘’μονόπαντα,’’  η   κυρα- Πηνελόπη   στο  σαμάρι  του  γαϊδουριού  ‘’γυναικεία’’  και   το   παιδί   προσχολικής   ηλικίας  ‘’πισωκάπουλα’’.

Με   τον   αργό    βηματισμό  ‘’του   βασταγού’’ και  τον  ομόρρυθμο  ήχο  από  το  κουδουνάκι  στο  λαιμό  του  ζώου, κατευθύνονται   προς   το   πλησιέστερο   χωριό  όπου   και   η   κατοικία   του   ιδιοκτήτου   του   στανοτοπιού.

Δεξιά  και  αριστερά  του  δρόμου  υπάρχουν  κτήματα  δενδροφυτευμένα, σπαρτοχώραφα  και  αγροτεμάχια  δασωμένα  με  ενδημικά  φυτά:  πουρνάρια, γλαντινιές, σφεντάμια,  κοκκορέτσες, σχοίνα  καθώς  και  κουμαριές  κατάφορτες  αυτή  την  εποχή  με  ποικιλόχρωμα  κούμαρα.  Συνυπάρχουν  στον  ίδιο  θάμνο:  τα  κόκκινα  ώριμα  κούμαρα,  τα  κίτρινα  ημιώριμα  και  τα  πράσινα  άγουρα   ακόμη.

Μάννα  και  γιός  δεν  μπορούν  να  αντισταθούν  στον  πειρασμό,  κάνουν  μια  ολιγόλεπτη  στάση,  πλησιάζουν  τον  θάμνο,  τα  αγριοπούλια  που  βρίσκονται  στον  καρποφόρο  θάμνο  πριν  απ΄ αυτούς  πετούν  μακριά  τρομαγμένα   και  οι  νέοι  επισκέπτες  κορεννύουν  την  επιθυμία  τους  για  κάποιο  χειμωνιάτικο  φρούτο.  Δεν  ξεχνούν  και  το  γαΪδούρι.  Θα  γευτεί  ‘’μια  πλόχερη’’  ώριμα  κούμαρα,  αλλά  αυτά,  τα  μισοφαγωμένα  από  τα   πουλιά  και  όσα  βρέθηκαν  σκουληκιασμένα  πριν  καταναλωθούν  από  τους  ανθρώπους.

Αυτή  την  εποχή  τους  κουμαροθάμνους  επισκέπτεται, επίσης,  κατά  διαστήματα  και  ο  συλλέκτης  χωρικός. Τα  συναχθέντα  κόκκινα  κούμαρα,  πλούσια  σε  ζάχαρα, αρχικά  τοποθετούνται  σε  δοχεία,  όπου  για  έναν  μήνα  υφίστανται  αλκοολική  ζύμωση,  και  ακολουθεί  το  ρακοκάζανο – η  απόσταξη   για  την  παραγωγή  εκλεκτής  ποιότητος   ρακής – ρακί.

Στο  ελαιοφυτευμένο  χτήμα  αυτή  την  εποχή  τα  κατάφορτα  με  καρπό  κλαδιά    γέρνουν  προς  το  μέρος  του  δρόμου  πάνω  από  τα  κεφάλια  των  διερχομένων.  Πραγματοποιείται  και  δεύτερη  ολιγόλεπτη  στάση  κάτω  από   το  χαμηλό  ελαιόδεντρο,  αφού,  προηγουμένως  με  ερευνητικές  ματιές   μπρος    και  πίσω  τους,  σιγουρεύονται  πως ‘’δεν  θα  τους  πάρει  κάποιο   μάτι’’.

Δίχως  αυτή  τη  φορά  να  αφιππεύσουν,  με  γρήγορες  κινήσεις  γεμίζουν  κάποιες  τσέπες  με  ώριμες   ελιές   που,  πίσω   στην  τσοπανοκαλύβα ‘’στουμπισμένες  με  το  λιθάρι’’   και  αλατισμένες  θα  αποτελέσουν ‘’προσφάι,’’ θα  ποικίλλουν  το  φτωχικό   και  ολιγοποίκιλο  ποιμενικό  διαιτολόγιο.

Στα  παιδικά  μου  χρόνια  με  τα  πρώτα  Φθινοπωρινά  κρύα  γύρω  από   τις  πρόσθιες  τσέπες  του  μισοφθαρμένου  παλτού   ή  σακακιού  μου,  που, ενώ  την  προηγούμενη  χρονιά  φάνταζε  τεράστιο  πάνω  μου, φέτος  μετά  βίας  τρία  τέσσερα  κουμπιά  το  κρατούν  κουμπωμένο – εγώ  αναπτύσσομαι   αυτό  παραμένει  σταθερά   στο  μεγεθός  του, ίσως  και ‘’μαζεύει’’ στο  πλύσιμο – παρουσιάζεται   μια  κηλίδα,  τεράστια  λαδιά  μεγέθους  ανθρώπινης  παλάμης.

Εδώ  αποθηκευεται  για  κάποιες  ώρες  ένας  γρόνθος  ώριμες  ελιές  στην  περιπλάνησή  μου  από  βατουλιά  σε  βατουλιά  στις  γύρω  του  χωριού,  και  με  τις  αυτοσχέδιες  κατασκευές: ξύλινη   διχάλλα,  τσιριμπόκλειδα  και  πλάνος, όπου  στήνω   την  πλάκα  με  δόλωμα  την  ελιά  για  μικρά  πουλιά,  ένα  ζωντανό  σκουλίκι  για  μεγαλύτερα,  τσίχλες  κοσύφια,  και  ένα  ολόκληρο  στάχυ  τους  καλοκαιρινούς  μήνες   για  την  πέρδικα.

Επανακάμπτοντας  ύστερα  από  κάποιες  ώρες  για  έλεγχο,  εάν  δεν  με  έχουν  προλάβει  συγχωριανοί  ομήλικοί  μου,  διαπιστώνω  πως   από  τις  δέκα  περιπτώσεις, κατά   μέσον   όρο,  στις   τρεις  υπάρχει   θήραμα   και  οι  εφτά  ‘’πάνε   τζίφος’’, αφού,  ή  ποντικός   επέδραμε  ή  το   αγριοπούλι,  πριν  πλησιάσει  και  τσιμπήσει  το  δόλωμα,  για  δευτερόλεπτα   στάθηκε   στο   προεξέχον   της   διχάλλας   τμήμα  του  ευαίσθητου   πλάνου   και   το   ολίγων  δεκάδων   γραμμαρίων  βάρος   του   πρόωρα   και  ανώφελα  ‘’ρίχνει   την   πλάκα.’’

Η  τεράστια  λαδιά  αυτή  την  εποχή  είναι  εμφανής  και  στις  τσέπες  των  ενηλίκων  αφού,  ελλείψει  πλαστικού  ή  τάπερ,  αναχωρώντας  ο  κάθε  ξωμάχος  για  την  εργασία   του  βάζει    βιαστικά  στη  μια  τσέπη    ένα ‘’κουμούτσι’’  ψωμί  και  στην  άλλη  ένα ‘’γρόθο’’  ελιές   απ΄ αυτές  που  συνελέγησαν,  στουμπίστηκαν  και  αλατίστηκαν  ‘’την  άλλη  μέρα  του  Σταυρoύ’’.

Ο   δρόμος   προς   την   κοινοτική   βρύση   τους   θέλει  διερχόμενους  [κυρα – Πηνελόπη  και  Βαγγελάκη  έφιππους  στο  γαϊδούρι] από   το   σπίτι   του   αφεντικού.  Κάποιος   της   οικογένειας,   που   τη   στιγμή   αυτή   βρίσκεται   στον   αυλόγυρο   του   σπιτιού,   τούς   αναγνωρίζει   και   τους   αναγγέλλει   στην   υπόλοιπη   οικογένεια:  <<Η   κυρα- Πηνελόπη   με   το   μικρό   το   Βαγγελάκη   καβάλα   στο   γαϊδούρι   πάνε    για   νερό>>.  Επιτακτικά  τούς   ζητούν   να   δέσουν   κάπου   το   γαϊδούρι   και   να   τους   κάνουν   μάννα   και   παιδί   την   επίσκεψη.

Μπαίνοντας   οι   επισκέπτες   στο   σπίτι   συναντούν   μια   κατάσταση   διαφορετική   από   αυτήν   που   έχει   συνηθίσει   η   κυρα – Πηνελόπη   σε   προηγούμενες   επισκέψεις   της.  Η   ατμόσφαιρα   φαντάζει    εορταστική   όσον  αφορά:  την  οικογενειακή  συγκέντρωση,  το   ντύσιμο   των   ανθρώπων,  τα  φαγητά  στο  τραπέζι, τη  μουσική  καί   τον    στολισμό    του   χώρου  [στολισμός   εν   έτει   1938].

Συνεορτάζουν  η  οικογένεια  του  αφεντικού  και  αυτή  του  αδελφού  του. Και  οι  δύο  οικογένειες  είναι  γνωστές  στην  τσοπάνισσα  και  στον  κύριο  Χρίστο   αφού  για  πολλά  χρόνια  οι  Βαλτετσαίοι  τσοπάνηδες   παραχειμάζουν  στο  ίδιο  μέρος,  στο  ίδιο  στανοτόπι.

΄Εχουν  τελειώσει  το φαγητό  και  στο  γιορτινό  τραπέζι  απομένουν –  υπάρχουν   τα   περισσεύματα   από:  ψητό   γουρουνόπουλο  με  πατάτες,  σαλάτες,  συνοδευτικά  του  βασικού  πιάτου,  το  υπόλοιπο   από   το   Χριστόψωμο,  κάποια   ορεκτικά,  ο   δίσκος   με   τα   παραδοσιακά   γλυκά   καθώς   και   ο   μαστραπάς   με   το   κρασί   που   δεν   θεωρείται   περίσσευμα  αφού   κάποιοι   συνεχίζουν  ‘’να  τσιμπολογάνε  και  να   κουτσοπίνουν’’, αν   και   το   ροδοκόκκινο   πρόσωπό   τους   και  η  πολυλογία  για  ‘’κουρεμένα  και  άκουρα’’   φανερώνει   πως  ‘’Είναι  αναμμένα  τα  καντύλια. Είναι  αποκαής.’’Το   κουρδιστό   γραμμόφωνο   της   οικογενείας   με  μουσική   και   τραγούδια   της  τότε   10/ετίας   ποικίλλει   το  εορταστικό   κλίμα.

Τα   κορίτσια   της   οικογένειας   έχουν   πάρει   στα   χέρια   το   μικρό   Βαγγελάκη   και   σύμπασα   η   ομήγυρη  δια   χειραψίας   χαιρετούν   την   κυρα – Πηνελόπη,  οι   γυναίκες   την   ασπάζονται,  και   της   εύχονται:

-Χρόνια   πολλά!  Να   χαιρόσαστε   τον   κυρ – Χρίστο  για  την  ονομαστική  του  εορτή   και   καλή   Πρωτοχρονιά!

Βλέποντας   όλη   αυτή   την   αναπάντεχη   υποδοχή  και ‘’χαιρετούρα’’ η  κυρα – Πηνελόπη   τα   χάνει.  Τα   μάτια   της   θολώνουν  ώστε   δεν   ξεχωρίζει   καλά – καλά   τα   πρόσωπα.  Μένει   σαν   στήλη   άλατος,  με   το   χέρι  συνεχώς   προτεταμένο   δίχως   να   το   ελέγχει   σε   θέση   χαιρετισμού,  και   το   στόμα   ανοιχτό   με  το   μόνο   που   κατορθώνει   να   προφέρει   είναι   ένα   ευ…ευ…ευ,  συντετμημένο   ευχαριστώ,  η  απάντηση   στις   ευχές   των   νοικοκυρέων.

΄Υστερα  από  κάποια  λεπτά  αμηχανίας   μόνο   τα   δυνατά   λόγια   του   αφεντικού,   που   ηχούν   σαν   καμπάνα   στα   αυτιά   της,   τη   βγάζουν   από   το   λήθαργο:

– Κυρα – Πηνελόπη,  Χριστούγεννα   είναι   σήμερα!  Δεν   το   ξέρεις;

Αντί   άλλης   αντίδρασης   ξεσπά   σε   κλαματα   αναλογιζόμενη:  <<Ποια   κατάρα      δέρνει  εμάς ;>>,  εννοώντας   την   οικογένειά   της.  <<Σε   ποιόν   κόσμο   ζούμε   εμείς;  Γιατί   να   ζούμε   κρυφά   από   την   κοινωνία;>>,  και,  τρώγοντας  το  προσφερθέν  γλυκό   με   την   άκρη   της   γυναικείας   μαντίλλας   προσπαθεί,  όσο   πιο   διακριτικά   μπορεί,  να   σκουπίσει   τα   δάκρυά   από   το   κλαμένο   πρόσωπό   της.

Οι   νοικοκυρέοι   με   χίλιες   δύο   δικαιολογίες   προσπαθούν   να   την   καθησυχάσουν.  Δηλαδή,  τί  είδους  καθησυχασμό;  Να   την   πείσουν   πως   πρέπει   να   είναι   και…χαρούμενη,  αφού   συμβαίνει   και   σε   άλλες   οικογένειες   ότι  και   οι   τριακόσιες   εξήντα   πέντε   ημέρες   του   χρόνου   είναι   όλες   ίδιες,  μίζερες,   σαν   τον   μακρύ   απανδόχευτο   δρόμο   με   τον   οποίο  ομοιάζει   ο   ανεόρταστος   βίος;

Η   κυρα – Πηνελόπη   αποχωρώντας  με   κατεύθυνση  την  κοινοτική  βρύση  και   με  κάποια  γλυκά  στην  ποδιά  τυλιγμένα  σε  εφημερίδα  για  την  υπόλοιπη  οικογένεια  στην  τσοπανοκαλύβα,   τούς   ζητά  ‘’χίλια   συγγνώμη’’ επειδή   με   το   κλάμα   της  ‘’τούς   χάλασε’’   την   εορταστική   ατμόσφαιρα.

….όσες   είναι  οι  χαρακιές  στο  πορτόφυλλο,  τόσες   είναι  οι…γαϊδούρες  τυρί  τσαντίλλας…σε  μελλοντικό,  αν  θέλει  ο  Θεός  και…οι  άνθρωποι.

Νικ.   Μπακούρης

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ