Αγιαννίτικες νοσταλγικές αναμνήσεις «Του Λάμπρου η Γούρνα»

0

Γράφει ο Ηλίας Σακαλής

Αγιαννίτικες νοσταλγικές αναμνήσεις

«Καί ’φυγαν έντρομες οι αναμνήσεις

Κί ’ρθαν άτρομες οι νοσταλγίες!».

«Του Λάμπρου η Γούρνα»

Τοπιογραφία: Στις εσχατιές, στην εκπνοή, στο σβύσιμο του ρέματος του Προδρόμου, του Αϊ – Λια και του βαγιοδάσους βρίσκεται «του Λάμπρου η γούρνα». Ένα φυσικό κοίλωμα, [<αρχ. γρώνη>= κοίλωμα], μια φυσική λεκάνη, ένα θαυμαστό δημιούργημα της «καλλιτέχνιδας» Φύσης.

Είναι προφανές ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε καταρράκτης με αρκετό ύψος, ώστε πέφτοντας τα νερά να δημιουργήσουν, φυσικώ τω λόγω, το κοίλωμα αυτό. Όμως, με την πάροδο των αιώνων, τα εν λόγω νερά κατέφαγαν  το βραχώδες αυτό ύψωμα, δεν αξίωσαν δηλαδή να μεριάσει ο βράχος για να διαβούν…, και άφησαν πίσω τους το τοπίο, όπως σήμερα το βλέπουμε.

Λέγεται ότι στη «Γούρνα» αυτή , όπως και στην «καζανωτή» της Λεπίδας, έχω προσωπικήν εμπειρίαν περί αυτήν, κατέφευγαν τα Αγιαννιτόπουλα κατά την περίοδο του θέρους για να κάνουν τα μπάνια τους…, όντας όμως άπειρα στο κολύμπι. Θρυλείται δε ότι ένα Αγιαννιτάκι υπό τα ονομαστικά στοιχεία: Γαρδικιώτης Λάμπρος του Νικολάου και της Μαριγώς, μη έχον σώας τας φρένας, πνίγηκε στη Γούρνα αυτή, απ’ όπου προέκυψε η ονομασία του τοπωνυμίου «του Λάμπρου η γούρνα»!

Επί το ακριβέστερον:  ο περί ου ο λόγος Λάμπρος ήταν αδελφός του Γαρδικιώτη Γεωργίου του Νικολάου (του αείμνηστου Μπραΐμη) και της Τρισεύγενης (της αείμνηστης μητέρας του Γαρδικιώτη Γεωργίου του Νικολάου – κοινώς Καμπούρη). Άλλοι λένε, αορίστως, ότι εκεί πνίγηκαν κάποια παιδιά… Έκτοτε γύρω από αυτό το φυσικό καλλιτέχνημα δημιουργήθηκαν διάφοροι ασύστολοι μύθοι, φόβητρα στην κυριολεξία, από ιδιώτες που εκμεταλλεύονταν τα νερά αυτά.

Όπως ο πατέρας του αείμνηστου «Κουλοπάνου» ο αείμνηστος «Γεροκουλός», ο οποίος στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου εξέτρεφε λίγα προβατάκια και άρδευε περιβόλια, όπου καλλιεργούσε: Ντομάτες, αγγούρια, φασόλια, κολοκύθια, πιπεριές, καρπούζια, πεπόνια, πλένες (=πλεξίδες)από σκόρδα και κρεμμύδια, ενασχόλιση που καθιστούσε απολύτως απαραίτητο για την άρδευση της «Βρωμίστρας» και της ευρύτερης περιοχής όχι μόνο το νερό της πηγής του Αγίου Δημητρίου, αλλά και της Γούρνας του Λάμπρου, το οποίον, όταν αυτή υπερχείλιζε, ενισχυόμενη, καθ’ όλο το μήκος του κεντρικού ρέματος, από τους γύρωθεν συρρέοντες ρύακες, κατέληγε εκεί, περπατώντας με ήρεμο και υπερήφανο «καλπασμό» μέσα από μία χωματένια και χορταριασμένη στεγανή αύλακα!

Το ρομαντικό και «χρυσοφόρο» διάβα της το αγνάντευαν και το «λιμπίζονταν» τόσο το αμπέλι του «Καλλιψώρη» και του «Προπολεμικού», τα Μποστανάκια και τα Αλουπογιαννέικα, όσο και τα στρατόνια με τις «λαμπηδόνες» μηλιές του «Κριαράκου», τα Τσιωρολέικα, τα Κοντοπανέικα, τα Μακαρουνέικα, τα Καμπουρέικα και τα Γιαμπαλέικα περιβόλια.

Εκεί, ενίοτε, μας φιλοξενούσε ο φίλτατος και συνηλικιώτης Νικόλαος Δαλιάνης του Δημητρίου, ο «Κόλιας ο Γρίβας» (τοὐπίκλιν), με πλούσια τα «ελέη»: Σύκα, ντομάτες, αγγούρια, αλλά και με θηράματα ψημένα στη θράκα, όπως: συκοφάγια, κεφαλάδες και κοτσύφια, τα οποία σκότωνε με μια μονόκαννη εμπροσθογεμή τσάγκρα…

Ο μπαρμπα – Πάνος, λοιπόν, ο «Κουλοπάνος», όπως προανέφερα, προς αποφυγήν της υποκλοπής του νερού ή της κακοποιήσεως του ρείθρου από παιδιά είχε πλάσει τον εξής μύθο – σκιάχτρο: ότι αραΐδες γυμνόστηθες και σε έξαλλους, σε έκφρονους χορευτικούς ρυθμούς, δαίμονες και «μπαμπούλες» περιτύλιγαν τους «δράστες» με κουρελόγνεμα, τους ακινητοποιούσαν και τους έρριχναν στη «Γούρνα» και πνίγονταν…

Αυτός ο φόβος κυρίευε και εμένα οσάκις πέρναγα από εκεί πηγαίνοντας με τη γαϊδουρίτσα μας φουσκιά και κοπριές στο αμπέλι που είχαμε στο «Μποστανάκι». Κρύος ιδρώτας με περιέλουζε και στον πηγαιμό και στον γυρισμό, μέχρι που να βγω στο ξέφωτο «ἒνθεν – κἀκεῑθεν» (= από δω κι από κει). Με νοιώθετε;

Με σεβασμό

Άγιος Ιωάννης

Μάιος 2024

Ηλίας Θεμ. Σακαλής

Φιλόλογος

Τηλ. 27550 – 22537

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ