ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Κυριακή των Βαΐων & Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος

0

του Πρωτ. Θεμιστοκλέους Μουρτζανού, Φιλολόγου – Θεολόγου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ – ΜΕΤΑ ΒΑΪΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΔΩΝ

“Μετά βαΐων και κλάδων” η υποδοχή του Χριστού στην πόλη της Ιερουσαλήμ την Κυριακή των Βαΐων. Έτσι όπως υποδέχεται ο κόσμος κάθε ξεχωριστό πρόσωπο. Πανηγυρίζει για τον ερχομό του, δοξάζει το γεγονός, θυμάται, ζητά, κραυγάζει, χαιρετά, ενθουσιάζεται. Κι αυτό συμβαίνει πάντοτε. Η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από την προσμονή του μεσσία, του σωτήρα. Νιώθουμε την ανεπάρκειά μας, μας φαίνεται κοπιαστικό εμείς να αγωνιστούμε για την σωτηρία μας και προσμένουμε το πρόσωπο, τον χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος θα μας τραβήξει μέσα στην ανημπόρια μας και θα μας οδηγήσει εκεί που θέλουμε.

Η μεγαλύτερη δυσκολία στη ζωή μας δεν είναι να είμαστε ελεύθεροι. Είναι το πώς θα διαχειριστούμε την ελευθερία μας. Κι αυτό γιατί θέλει κόπο κι επώδυνο αγώνα. Ταυτόχρονα, είναι πιο εύκολο άλλος να έχει την ευθύνη για τον κόσμο, τη ζωή, την πορεία μας και για τη λύση των προβλημάτων μας. Έτσι, αναζητούμε τους μεσσίες στα πρόσωπα των πολιτικών, των αθλητών, των ηθοποιών, των καλλιτεχνών, και οποιουδήποτε άλλου το κάθε σύστημα προβάλλει, ώστε να έχουμε τον “ένοχο” έτοιμο στην αποτυχία μας ή να μπορούμε να ξεχνούμε τα προβλήματά μας ασχολούμενοι μ’ αυτούς, ξεχνώντας τον μοναδικό Μεσσία και Σωτήρα μας.

“Μετά βαΐων και κλάδων” κυλά λοιπόν η ζωή μας. Μα τα προβλήματά μας δεν λύνονται με “κούφιες ρητορείες”. Η ελευθερία που αφήνουμε στην άκρη παραμένει πάντοτε ένα μεγάλο ερώτημα. Και τα “ωσαννά” των Βαΐων εύκολα μετατρέπονται στα “Άρον, άρον, σταύρωσον”, όταν το σύστημα μας πληροφορεί ότι ο Μεσσίας που επιλέξαμε δεν είναι αυτός που μας λυτρώνει ή όταν εμείς κουραστούμε να αγωνιζόμαστε ή ενοχλούμαστε από την αλήθεια που τα λόγια και η ζωή Του κρύβουν.

Ο Χριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα, γνωρίζοντας τις δοξασμένες κραυγές και τα “μετά βαΐων και κλάδων” του λαού. Εκπλήρωσε τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, αφουγκράστηκε τη χαρά των ανθρώπων, αλλά ήξερε καλά μέσα Του πόσο γρήγορα αυτός ο ενθουσιασμός θα περνούσε. Κι αυτό γιατί δεν είχε έρθει για να υποσχεθεί εύκολες λύσεις, δεν μίλησε για την πλατειά, αλλά για την “στενή πύλη”, δεν μίλησε για την εξουσία, αλλά για τη διακονία του κόσμου.

Πάνω στο ταπεινό πουλαράκι ο Χριστός φάνταζε βασιλιάς και μεσσίας στα μάτια όσων των ζητωκραύγαζαν, καθώς είχαν μάθει για την Ανάσταση του Λαζάρου. Μα ήρθε τόσο ταπεινά στα Ιεροσόλυμα, βιώνοντας από πριν, όπως και σε όλη Του την ζωή, την ταπείνωση που οι ίδιοι οι δοξαστές Του Τού επεφύλασσαν! Ο Χριστός ήταν ο Μεσσίας, όχι όμως όπως τον φαντάζονταν ο κόσμος, αλλά όπως ο ίδιος δίδασκε: Αυτός που θα πρόσφερε τη Σωτηρία, Αυτός που θα μιλούσε και θα ζούσε την Αγάπη, Αυτός που δεν θα έπαυε ποτέ να παρουσιάζει στους ανθρώπους την Αλήθεια.

“Μετά βαΐων και κλάδων” υποδεχόμαστε κι εμείς το Χριστό, στην αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας, μοιάζοντας περισσότερο με τους ανθρώπους της Ιερουσαλήμ, σαγηνεμένοι από τα θαύματα και μην ακούγοντας το βάθος των λόγων και των έργων Του. Είναι καιρός όμως να ξεφύγουμε από την παρανοημένη εικόνα που έχουμε για το Χριστό και να αναζητήσουμε στην γνήσια κοινωνία με το πρόσωπό Του το Θεό που μας λυτρώνει, μας κάνει υπεύθυνους για τη ζωή και την ελευθερία μας και μας προτείνει την οδό που ξεκινά από το Πάθος, αλλά καταλήγει πάντοτε στην Ανάσταση. Την δική Του και την δική μας…

Vaioforos

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 28 Απριλίου 2024 – Κυριακή των Βαΐων(ΣΤ΄ Κυριακή των Νηστειών)

Ευαγγ. Ανάγνωσμα

(ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 1 – 18) Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.  ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.  ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου.  λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι·  Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;  εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.  εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς·

Ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό.  τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.  Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.  ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν,  ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.  Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα,  ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἐκραύγαζον· Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.  εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον·  Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.  Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ.  Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.  διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

(ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 1 – 18)

Ο Ἰησοῦς, λοιπόν, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴν αὐτὴν τῶν ἐχθρῶν του, ἓξ ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἦλθεν εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν. Λόγῳ δὲ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης, ποὺ ἐξ αἰτίας τοῦ θαύματος ᾐσθάνοντο οἱ συγγενεῖς τοῦ Λαζάρου πρὸς αὐτόν, τοῦ ἔκαμαν δεῖπνον ἐκεῖ καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρέτει. Ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο ἕνας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐκάθηντο καὶ συνέτρωγον εἰς τὸ τραπέζι μαζί του. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Μαρία, ἀφοῦ ἠγόρασε περὶ τὰ ἑκατὸν δράμια μύρον κατασκευασμένον ἀπὸ ἓν εἶδος τοῦ ἀρωματικοῦ φυτοῦ τῆς βαλεριάνας, τὸ ὁποῖον καλεῖται νάρδος, μύρον γνήσιον καὶ ἀνόθευτον καὶ πάρα πολὺ ἀκριβόν, ἤλειψε μὲ αὐτὸ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἔπειτα ἐκδηλοῦσα τὴν βαθεῖαν ταπείνωσίν της πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἐκαθάρισε μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της τοὺς πόδας του· ἡ οἰκία δὲ ἐγέμισεν ἀπὸ τὴν εὐωδίαν τοῦ μύρου.  Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Μαρίας εἶπεν ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰοδας ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ ἔμελλε νὰ τὸν παραδώσῃ διὰ προδοσίας εἰς τοὺς σταυρωτάς του.  Τὸ μύρον αὐτὸ ἀντὶ νὰ χυθῇ καὶ σπαταληθῇ ἄσκοπα, διατὶ δὲν ἐπωλήθη ἀντὶ τριακοσίων δηναρίων, ἤτοι ἀντὶ διακοσίων πεντήκοντα περίπου χρυσῶν δραχμῶν, καὶ δὲν ἐδόθη τὸ ἀντίτιμόν του ἐλεημοσύνη εἰς τοὺς πτωχούς;  Εἶπε δὲ τοῦτο, ὄχι διότι ἐνδιεφέρετο διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτῃς καὶ εἶχεν αὐτὸς τὸ κυτίον τῶν συνεισφορῶν καὶ κατεκράτει κρυφίως ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του τὰ ριπτόμενα εἰς αὐτὸ χρήματα.  Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἤκουσε τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν, εἶπεν· Ἄφησέ την ἥσυχον καὶ μὴ τὴν ἐλέγχῃς. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ σὰν νὰ προησθάνετο, ὅτι πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ταφῶ, ἔχει φυλάξει τὸ μύρον αὐτὸ ὡς συμβολισμὸν καὶ προαναγγελίαν τῆς διὰ μύρου ἑτοιμασίας τοῦ σώματός μου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ταφῆς μου.  Μὴ τὴν ἐμποδίζετε λοιπόν. Διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, καὶ μπορεῖτε εἰς οἰανδήποτε στιγμὴν νὰ τοὺς ἐλεήσετε, ἐμὲ ὅμως δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποθάνω.  Ἀπὸ τὸ δεῖπνον λοιπὸν αὐτὸ καὶ ἀπὸ ὅσα συνέβησαν κατ’ αὐτό, ἔμαθε λαὸς πολὺς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εὑρίσκετο εἰς Βηθανίαν καὶ ἦλθον ἐκεῖ ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδουν καὶ τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν.  Κατόπιν ὅμως αὐτοῦ ἀπεφάσισαν οἱ ἀρχιερεῖς νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον,  διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐπῆγαν εἰς τὴν Βηθανίαν διὰ νὰ βεβαιωθοῦν, ἐὰν πράγματι ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν καὶ ὅταν διεπίστωναν τοῦτο, ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.  Τὴν κατόπιν ἀπὸ τὸ δεῖπνον ἡμέραν λαὸς πολύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἤκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα,  ἐπῆραν εἰς τὰ χέρια τους κλαδιὰ ἀπὸ τὶς χουρμαδιές, ποὺ ἦσαν κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου καὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλιν διὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ ἐφώναζαν δυνατά· Δόξα καὶ τιμὴ εἰς αὐτὸν ποὺ ὑποδεχόμεθα· εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριον ὡς ἀντιπρόσωπός του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔνδοξος βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ τόσον καιρὸν ἐπεριμέναμεν.  Ἐζήτησε δὲ καὶ εὗρεν ὁ Ἰησοῦς ἕνα πουλαράκι καὶ ἐκάθησεν ἐπ’ αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι γραμμένον εἰς τὸν προφήτην Ζαχαρίαν·  Μὴ φοβεῖσαι, Ἱερουσαλήμ, κόρη τοῦ ὄρους Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται, ὄχι σὰν τύραννος καὶ κατακτητὴς ἐπὶ ἵππου ἢ ἅρματος πολεμικοῦ, ἀλλὰ καθήμενος ἐπάνω εἰς πουλάριον ὄνου.  Τί ἐσήμαιναν δὲ οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Ζαχαρίου, δὲν ἐνόησαν οἱ μαθηταί του εἰς τὰς ἀρχάς, κατὰ τὴν ὥραν τῆς θριαμβευτικῆς του ταύτης εἰσόδου, ἀλλ’ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐδοξάσθη διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεως αὐτοῦ, τότε, ποὺ ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐνεθυμήθησαν, ὅτι τὰ προφητικὰ αὐτὰ λόγια τοῦ Ζαχαρίου ἦσαν δι’ αὐτὸν γραμμένα. Καὶ ἀκριβῶς διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ προφητεία αὐτή, συνειργάσθησαν χωρὶς νὰ τὸ ἐννοοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ ἔκαμαν διὰ τὸν Ἰησοῦν ταῦτα.  Κατὰ τὴν ὑποδοχὴν λοιπὸν ἐκείνην ἔδιδε μαρτυρίαν περὶ τοῦ θαύματος τοῦ Λαζάρου εἰς ὅσους δὲν τὸ εἶχαν ἴδει, ὁ λαός, ποὺ ἦτο τότε μαζί του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐφώναξεν ἀπὸ τὸ μνημεῖον τὸν Λάζαρον καὶ τὸν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν.  Δι’ αὐτὸ καὶ τὸν προϋπάντησαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, διότι ἤκουσαν ἀπὸ τοὺς αὐτόπτας μάρτυρας, ὅτι αὐτὸς εἶχε κάμει τὸ μέγα τοῦτο θαῦμα.

1. ΤΟ ΠΑ­ΘΟΣ ΚΕ­ΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩ­ΗΣ ΜΑΣ

Ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες πρίν τήν Κυ­ρι­α­κή τῶν Βα­ΐ­ων ὁ Κύ­ρι­ος στήν μι­κρή πό­λι τῆς Βη­θα­νί­ας εἶ­χε κά­νει τό με­γα­λύ­τε­ρο θαῦ­μα Του. Ἀ­νέ­στη­σε τόν Λά­ζα­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἐ­πί τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες στόν τά­φο νε­κρός. Τό γε­γο­νός αὐ­τό ἐ­ντυ­πω­σί­α­σε τά πλή­θη τοῦ λα­οῦ. Καί γι­ά νά ἀπο­­φύ­γῃ ὁ Κύ­ρι­ος τόν ἀσύνετο ἐν­θου­σι­α­σμό τους, ἀλ­λά καί τίς ἀ­ντι­δρά­σεις τῶν Φα­ρι­σαί­ων, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε πρός τήν ἔ­ρη­μο τῆς πό­λε­ως Ἐ­φραίμ.

Κα­θώς ὅ­μως τώ­ρα πλη­­σι­ά­ζει ἡ με­γά­λη ἑ­ορ­τή τοῦ Πά­­­σχα, ὁ Κύ­ρι­ος πο­ρεύ­ε­ται πρός τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, πρός τό ἐ­κού­σι­ο πά­θος του. Καί σή­με­ρα Σάβ­βα­το, ἕ­ξι ἡ­­μέ­ρες πρίν τό Πά­σχα, φθά­νει στή Βη­θα­νί­α, πού βρί­σκε­ται κο­ντά στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ἐ­κεῖ οἱ συγ­γε­νεῖς τοῦ Λα­ζά­ρου γε­μᾶ­τοι εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τόν Κύ­ρι­ο τοῦ πα­ρα­θέ­τουν δεῖ­πνο, τό ὁ­ποῖ­ο φρό­ντι­σε νά ἑ­τοι­μά­σῃ ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Λα­ζά­ρου Μάρ­θα. Ἡ ἄλ­λη ἀ­δελ­φή του Μα­ρί­α σκέ­φθη­κε νά ἐκ­δη­λώ­σῃ τήν ἀ­νέκ­φρα­στη εὐ­γνω­μο­σύ­νη της μέ ἄλ­λο τρό­πο. Ἀ­γό­ρα­σε πα­νά­κρι­βο μύ­ρο (325 γραμ­μά­ρι­α) πού πα­ρά­γε­ται ἀ­πό τό φυ­τό νάρ­δος καί μ’ αὐ­τό ἄ­λει­ψε τά πό­δι­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Στή συ­νέ­χει­α μέ τα­πεί­νω­σι καί σε­βα­σμό πολύ σκού­πι­σε μέ τά μαλ­λι­ά της τά πό­δι­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί ὅ­λο τό σπί­τι γέ­μι­σε ἀ­πό τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ μύ­ρου.

Ὅ­λοι συ­γκι­νή­θη­καν ἀ­πό τήν πρᾶ­ξι αὐ­τή τῆς Μα­ρί­ας, ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­ναν, τόν Ἰ­ού­δα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε λέ­γο­ντας: «Γι­α­τί νά μήν που­λη­θῇ τό μύ­ρο αὐ­τό γι­ά 300 δη­νά­ρι­α (2 ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α πε­ρί­που δρα­χμές) καί τά χρή­μα­τα νά δο­θοῦν στούς πτω­χούς;­». Τό εἶ­πε αὐ­τό βέ­βαι­α ὄ­χι γι­α­τί τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν οἱ πτω­χοί, ἀλ­λά ἤ­θε­λε νά ἁρ­πά­ξῃ ὁ ἴ­δι­ος αὐ­τά τά χρή­μα­τα· δι­ό­τι ἦ­ταν κλέ­πτης, καί ἔ­κλε­βε καί ἄλ­λα ἀ­πό τό κοι­νό τα­μεῖ­ο πού εἶ­χε ἀ­να­λά­βει. Γι­’ αὐ­τό καί ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ ἀ­πα­ντᾷ.

– Ἄ­φη­σε ἥ­συ­χη τή Μα­ρί­α. Δι­ό­τι πρό­λα­βε μέ τό μύ­ρο νά ἑ­τοι­μά­σῃ τό σῶ­μα μου γι­ά τήν τα­φή. Τούς πτω­χούς θά τούς ἔ­χε­τε πά­ντο­τε μα­ζί σας γι­ά νά τούς βο­η­θᾶ­τε, ἐ­μέ­να ὅ­μως ὄ­χι, δι­ό­τι σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες θά πε­θά­νω.

Ο ΚΥ­ΡΙ­ΟΣ λοι­πόν συν­δέ­ει τήν πρᾶ­ξι τῆς Μα­ρί­ας μέ τόν θά­να­τό του καί τήν τα­φή του. Ἡ Μα­ρί­α βέ­βαι­α δέν εἶ­χε αὐ­τό τό σκο­πό, οὔ­τε μπο­ροῦ­σε νά δι­α­νο­η­θῇ κά­τι τέ­τοι­ο, ὅ­μως ὁ Κύ­ρι­ος αὐ­τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει. Καί μέ τήν ἑρ­μη­νεί­α πού δί­νει, μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἔ­χει δι­αρ­κῶς στραμ­μέ­νη τή σκέ­ψι του στό φο­βε­ρό πά­θος του, στό θά­να­το καί τήν τα­φή του. Τόν συ­νέ­χει τό γε­γο­νός, τόν ἀ­πορ­ρο­φᾷ ἡ σταυ­ρι­κή θυ­σί­α. Γι’ αὐ­τό καί βι­ώ­νει τό πά­θος του ὄ­χι μό­νο τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή, οὔ­τε μό­νο λί­γες ἡ­μέ­ρες πρίν, ἀλ­λά ἀ­κα­τά­παυ­στα ζῇ τό πά­θος του καί πο­ρεύ­ε­ται πρός αὐ­τό. Αἰ­σθά­νε­ται δι­αρ­κῶς τόν ἀ­βά­στα­χτο πό­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, τό ἀ­σή­κω­το βά­ρος τῶν ἁ­μαρ­τιῶν τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά καί τήν ἀ­νέκ­φρα­στη χα­ρά τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἐ­μεῖς ἄ­ρα­γε, ἔ­χου­με στραμ­μέ­νο τό νοῦ καί τήν καρ­δι­ά μας στό με­γα­λύ­τε­ρο αὐ­τό γε­γο­νός τῆς σω­τη­ρί­ας μας; Μᾶς συ­νέ­χει ἡ θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου; Ὄ­χι μό­νο τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λά πά­ντο­τε; Ἄν μπο­ρού­σα­με νά συλ­λά­βου­με ἔ­στω καί λί­γο τί ἔ­πα­θε γι­ά μᾶς ὁ Κύ­ρι­ος, θά μᾶς συ­γκλό­νι­ζε ἡ θυ­σί­α του, θά μᾶς ἀλ­λοί­ω­νε ἡ ἄ­με­τρος φι­λαν­θρω­πί­α του. Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἐ­μεῖς συ­χνά ξε­χνι­ό­μα­στε στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας, μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦν μά­ται­α, γί­η­να ἤ κά­πο­τε ἁ­μαρ­τω­λά πρά­γμα­τα.

Ἄς μᾶς συ­γκι­νή­σῃ λοι­πόν ἡ θυ­σία τοῦ Κυ­ρί­ου. Νά γί­­­νῃ ὁ σταυ­ρω­θείς Κύ­ρι­ος κέ­ντρο τῆς ζω­ῆς μας, ἀ­σί­γα­­στος πό­θος μας, μέγας ἀ­να­με­νό­με­­νος. Νά τόν προ­­σ­μέ­­νου­με κα­θη­με­ρι­νά στή ζω­ή μας μέ ἀ­γά­πη καί εὐ­­γνω­­μο­σύ­νη· καί ὄ­χι μέ τά εὐ­με­τά­βλη­τα καί ἐ­πι­δερ­μι­­κά συ­­ναι­σθή­μα­τα τοῦ πλή­θους τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῶν Βα­­ΐ­ων γιά τά ὁποῖα ὁμιλεῖ ἡ συ­νέ­χει­α τοῦ ἱεροῦ εὐαγ­γε­λί­ου.

2. ΥΠΟΔΟΧΗ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ

Ἡ εἴ­δη­σι τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου στή Βη­θα­νί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­στρα­πι­αί­α σ’ ὅ­λη τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ἄρ­χι­σαν λοι­πόν νά κα­τα­φθά­νουν πλή­θη λα­οῦ γι­ά νά δοῦν ὄ­χι μό­νον τόν Ἰ­η­σοῦ ἀλ­λά καί τόν ἀ­να­στη­μέ­νο Λά­ζα­ρο. Ἀρ­κε­τοί μά­λι­στα αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες τῆς ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Λα­ζά­ρου ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τό θαῦ­μα καί ἔ­τσι πί­στευ­αν πολ­λοί στόν Κύ­ρι­ο. Αὐ­τό ὅ­μως ἀ­να­στά­τω­σε τούς ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πο­φά­σι­σαν νά θα­να­τώ­σουν ὄ­χι μό­νον τόν Ἰ­η­σοῦ, ἀλ­λά καί τόν Λά­ζα­ρο.

Τήν ἄλ­λη τώ­ρα ἡ­μέ­ρα, μό­λις ὁ Κύ­ρι­ος ξε­κί­νη­σε γι­ά τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀ­μέ­τρη­τα πλή­θη λα­οῦ δέν μπο­ροῦ­σαν νά συ­γκρα­τή­σουν τόν ἐν­θου­σι­α­σμό τους. Ἔ­κο­βαν κλα­δι­ά ἀ­πό φοί­νι­κες καί ἔ­βγαι­ναν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι μέ χα­ρά γι­ά νά ὑ­πο­δε­χθοῦν τόν Κύ­ρι­ο. Καί μό­λις τόν ἀ­ντί­κρυ­ζαν ἄρ­χι­ζαν νά φω­νά­ζουν δυ­να­τά καί νά ζη­τω­κραυ­γά­ζουν: «Εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, ὁ βα­σι­λεύς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ». Ὁ Κύ­ρι­ος ἐρ­χό­ταν στήν πό­λι «κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου» ὅ­πως τό εἶ­χε προ­φη­τεύ­σει ὁ προ­φή­της Ζα­χα­ρί­ας: «Μή φο­βᾶ­σαι Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, γι­α­τί ὁ βα­σι­λι­ᾶς σου ἔρ­χε­ται ὄ­χι σάν τύ­ραν­νος, ἀλ­λά πρᾶ­ος καί τα­πει­νός, κα­θι­σμέ­νος πά­νω σέ γα­ϊ­δου­ρά­κι». Βέ­βαι­α οἱ μα­θη­ταί δέν κα­τά­λα­βαν τό­τε ὅ­τι ἐκ­πλη­ρώ­νο­νταν οἱ λό­γοι τοῦ προ­φή­του. Τό κα­τά­λα­βαν ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα, με­τά τήν Ἀ­νά­στα­σι τοῦ Κυ­ρί­ου φω­τι­σμέ­νοι ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα.

Υ­ΠΟ­ΔΟ­ΧΗ πρα­γμα­τι­κά με­γε­λει­ώ­δης. Ἀλ­λά ποι­όν νο­μί­ζουν ὅ­τι ὑ­πο­δέ­χο­νται οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες; Ἕ­ναν κο­σμι­κό ἄρ­χο­ντα πού θά ἐ­γκα­θι­δρύ­σῃ μι­ά ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λεί­α. Δέν μπο­ροῦν νά συλ­λά­βουν ὅ­τι ὑ­πο­δέ­χο­νται τόν βα­σι­λέ­α ὄ­χι τοῦ κό­σμου αὐ­τοῦ, ἀλ­λά μιᾶς οὐ­ρα­νί­ου βασι­λείας. Εἶ­ναι ὁ βα­σι­λεύς τῶν βα­σι­λευ­ό­ντων καί Κύ­­ρι­ος τῶν κυ­ρι­ευ­ό­ντων· βα­σι­λεύς ὄ­χι κρα­τῶν ἀλ­λά καρ­δι­ῶν. Καί δέν ζη­τεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πό ἐ­μᾶς πα­ρά μό­νο τήν ἀ­γά­πη μας καί τή ἀ­φο­σί­ω­σί μας.

Ἄς τρέ­ξου­με λοι­πόν κι ἐ­μεῖς σή­με­ρα νά ὑ­πο­δε­χθοῦ­με τόν Κύ­ρι­ό μας, ὄ­χι ὡς ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λέ­α ἀλ­λά ὡς τόν Βα­σι­λέ­α τῶν καρδιῶν μας. Κι ἀ­ντί γι­ά κλά­δους φοι­νί­κων, ἄς τοῦ προ­σφέ­ρου­με τήν ἀ­γά­πη καί τή λα­τρεί­α μας, ἄς τοῦ προ­σφέ­ρου­με τίς καρ­δι­ές μας. Κά­θε κτύ­πος τῆς καρ­δι­ας μας νά κτυ­πᾶ γι­ά ἐ­κεῖ­νον. Καί θά ἔρ­θῃ ἡ ἡ­μέ­ρα ἡ μο­να­δι­κή, ἡ ἀ­στρα­φτε­ρή καί παμ­φώ­τει­νη γι­ά νά μᾶς ὑ­πο­δε­χθῇ πλέ­ον Ἐ­κεῖ­νος στή Βα­σι­λεί­α του καί μᾶς κά­νῃ με­τό­χους τῆς αἰ­ώ­νι­ου εὐ­­τυ­χί­ας.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28 Ἀπριλίου 2024

(ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ Δ´ 4 – 9)

Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε.  τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς.  μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε·  ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

(ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ Δ´ 4 – 9)

Χαίρετε πάντοτε τὴν χαράν, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἕνωσιν καὶ κοινωνίαν μας μὲ τὸν Κύριον. Πάλιν θὰ εἴπω, χαίρετε.  Ἡ ἐπιείκειά σας καὶ ἡ ὑποχωρητικότης σας ἂς γίνῃ γνωστὴ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀπίστους. Ὁ Κύριος πλησιάζει νὰ ἔλθῃ καὶ θὰ ἀποδώσῃ αὐτὸς εἰς ἕκαστον ὅ,τι τοῦ ἀνήκει.  Μὴ κυριεύεσθε ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα διὰ τίποτε, ἀλλὰ διὰ κάθε τι ποὺ σᾶς παρουσιάζεται, κάνετε γνωστὰ τὰ αἰτήματά σας πρὸς τὸν Θεόν διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ τῆς δεήσεως, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συνοδεύωνται καὶ μὲ εὐγνώμονα εὐχαριστίαν δι’ ὅσα ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωκε. Καὶ ἔτσι, ὅταν διώχνετε κάθε μέριμναν καὶ ἐμπιστεύεσθε τὸν ἑαυτόν σας εἰς τὴν θείαν Πρόνοιαν, ἡ εἰρήνη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὴν μεταδίδει εἰς τοὺς ἰδικούς του, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα κάθε νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος εἴτε ἀγγελικὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ νοιώσῃ, θὰ φρουρήσῃ τὰς καρδίας σας καὶ τὰς σκέψεις σας, ἐφ’ ὅσον μένετε ἐνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ τώρα ἀπομένει, ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς ἀπευθύνω καὶ μίαν ἄλλην προτροπήν· ὅσα εἶναι ἀληθῆ, ὅσα εἶναι σεμνὰ καὶ σεβαστά, ὅσα εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον, ὅσα εἶναι ἄμολυν τὰ καὶ ἁγνά, ὅσα εἶναι προσφιλῆ εἰς τὸν Θεόν καὶ εἰς τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλὴν φήμην, καὶ ὁποιανδήποτε ἄλλην ἀρετὴν καὶ ὁποιονδήποτε ἔργον ἀγαθόν, ποὺ εἶναι ἄξιον ἐπαίνου, αὐτὰ νὰ συλλογίζεσθε καὶ νὰ προσέχετε, ὥστε καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζετε εἰς τὸν βίον σας.  Αὐτά, ποὺ ἐμάθατε καὶ παρελάβατε διὰ τῆς προφορικῆς διδασκαλίας μου καὶ τὰ ἠκούσατε καὶ τὰ εἴδατε εἰς τὴν ὅλην συμπεριφορὰν καὶ διαγωγήν μου, ταῦτα νὰ πράττετε. Καὶ τότε ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ὁ χορηγὸς τῆς εἰρήνης, θὰ εἶναι μαζί σας

/antexoume.wordpress.com/

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ